Τα πάντα για τη γραβάτα

Πώς-δένεται-μια-γραβάτα

Τα πάντα για τη γραβάτα
Το αξεσουάρ που αντικατοπτρίζει την προσωπικότητα του άντρα

Για κάποιους άντρες η γραβάτα είναι απλώς μια «θηλειά στο λαιμό». Για άλλους, μια υποχρέωση που τελειώνει μόλις σχολάσουν απ’ τη δουλειά. Οι σελίδες που ακολουθούν, όμως, απευθύνονται στους υπόλοιπους: σε όσους έχουν καταλάβει ότι η γραβάτα είναι το μοναδικό αξεσουάρ που μπορεί να πει σχεδόν τα πάντα για την προσωπικότητα του άντρα στην πρώτη κιόλας ματιά.

«Μη γράψεις κι εσύ την ιστορία με τους Κροάτες!»: Ο Κώστας Φαρμάκης μόλις μου καταρρίπτει το εισαγωγικό κείμενο που είχε απογειωθεί περήφανο μέσα στο κεφάλι μου και θα περιέγραφε μισθοφόρους του γαλλικού στρατού να παρελαύνουν στο Παρίσι, συναρπάζοντας τον Λουδοβίκο τον 14ο με τον περίτεχνο λαιμοδέτη τους. Υποκλίνομαι στην εμπειρία του αρχισυντάκτη μας στα ανδρικά περιοδικά (έχει περάσει από τα μισά σχεδόν), αποφεύγω το πολυδιαβασμένο ιστορικό κλισέ για τη γέννηση της γραβάτας και καταφεύγω στο σουρεαλισμό που ποτέ δεν με πρόδωσε στην καριέρα μου στον Τύπο: θα σας μιλήσω για κάμπιες. Μικρές, λευκές, αηδιαστικές κάμπιες που τρέφονται με φύλλα μουριάς και που πολύ θα ήθελαν να γίνουν χαρωπά λεπιδόπτερα bombyx mori – αλλά δεν πρόκειται. Γιατί όταν εγκλωβίζονται μέσα στο κουκούλι τους και πριν καλά καλά μετατραπούν σε νύμφες, έρχεται λίγο βραστό νερό και τις σκοτώνει. Το νερό έχουν βράσει άνθρωποι, οι ίδιοι που εκθρέφουν τις κάμπιες. Οχι, δεν ετοιμάζομαι να συνδέσω την ύπαρξη της γραβάτας με τα δικαιώματα των ζώων… Ετοιμάζομαι να τη συνδέσω με τo δικαίωμα του άντρα στο μετάξι. Οι κάμπιες που πρωταγωνίστησαν μέχρι τώρα είναι οι περίφημοι μεταξοσκώληκες και η γραβάτα είναι η καθημερινή πολυτέλεια ενός gentleman, η πιο συχνή του επαφή με το πολυτιμότερο απ’ όλα τα υφάσματα. Και, ναι, μπορεί το «a la Croate!» που ανέκραξε ο Λουδοβίκος να έδωσε στο λατρεμένο μας αξεσουάρ το όνομά του (croate – cravat – γραβάτα), αλλά το θέμα είναι γιατί η γραβάτα είναι το λατρεμένο μας αξεσουάρ και όχι γιατί ονομάζεται έτσι.

Στο λαιμό του Ωραίου Μπρούμελ

Βεβαίως και θα σας προσφέρω εδώ και κάποια στοιχειώδη ιστορικά στοιχεία, για να ξέρουμε περί τίνος μιλάμε. Όπως έγραφε και ο Όσκαρ Ουάιλντ στο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι», «μου αρέσουν οι γυναίκες με παρελθόν και οι άνδρες με μέλλον». Και η γραβάτα είναι μια κυρία που ταιριάζει απόλυτα σε άνδρες με μέλλον, κυρίως χάρη στο ένδοξο παρελθόν της. Των 1.800 ετών, αν δεχθούμε ως πρόγονό της το focale των λεγεωνάριων που απεικονίζονται στο ανάγλυφο της Στήλης του Τραϊανού στη Ρώμη (αλλά μάλλον πιο κοντά στο δικό μας κασκόλ ήταν το ρωμαϊκό εκείνο αξεσουάρ) ή έστω των 350 ετών, αν δεχθούμε την «κροατική» εκδοχή των πραγμάτων. Όχι ότι οι Κροάτες εφηύραν τη γραβάτα! Ενα λαιμοδέτη λίγο διαφορετικό από αυτόν που είχαν ξεκινήσει να φορούν οι Γάλλοι και οι Άγγλοι ευγενείς την ίδια περίοδο έφεραν τα στρατεύματά τους… Η αλήθεια είναι, όμως, ότι άμα καταφέρεις να συνδεθείς με κάτι όμορφο, δύσκολα μετά το αποχωρίζεσαι: μερικές από τις πιο κομψές και πολυτελείς γραβάτες της συλλογής μου τις έχω αποκτήσει στο Ζάγκρεμπ. Το 1650 οι λαιμοδέτες δεν ήταν λεπτοί στη μία άκρη και φαρδείς στην άλλη, κατασκευάζονταν από λινάρι και όχι από μετάξι και είχαν -εκτός από τον διακοσμητικό- κι έναν πρακτικό λόγο: κάλυπταν την έλλειψη κουμπιού στο πουκάμισο ή στο σακάκι ψηλά στο λαιμό, περνώντας μέσα από την τελευταία κουμπότρυπα και σφίγγοντας όσο ήθελε ο κάθε στρατιώτης για να πολεμάει με την άνεσή του.

Εκατό χρόνια αργότερα, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού τις έλεγαν «μπαντάνες», είχαν επάνω κεντημένα ή ζωγραφιστά σχέδια, δένονταν πολλές φορές γύρω από το λαιμό, φινίρονταν με φιόγκο και τις φορούσαν πλέον έμποροι, επιχειρηματίες, πολιτικοί. Η στολή του πολέμου γινόταν σιγά σιγά στολή εργασίας κι έλειπε πια μόνο ένας δανδής για να την καθιερώσει ως «το ανδρικό στυλ». Ο «Ωραίος» Μπρούμελ στις αρχές του 19ου αιώνα δεν εισήγαγε απλώς στη μόδα το κοστούμι, αλλά το στόλισε και με τα κατάλληλα αξεσουάρ. Η λατρεμένη λευκή του γραβάτα ήταν ό,τι πιο κοντινό σ’ αυτό που εμείς εδώ ονομάζουμε «μεταξωτό φουλάρι» – και στην Εσπερία «cravat» ακόμη και σήμερα. Και ήταν το τελευταίο βήμα πριν από την εξέλιξη του λαιμοδέτη στη γραβάτα που ξέρουμε όλοι. Αυτή πρέπει να εμφανίστηκε κάπου στο τέλος του 19ου αιώνα στις αγγλικές λέσχες, στολισμένη με διαγώνιες ρίγες στα χρώματα του θυρεού καθεμιάς. Ακόμη και σήμερα στην Αγγλία θεωρείται τουλάχιστον άκομψο να φοράει κανείς μια γραβάτα με τα χρώματα ενός ακριβού κολεγίου, για παράδειγμα, χωρίς να έχει αποφοιτήσει από αυτό…

Υπάρχουν γραβάτες και γραβάτες

Οι αντίπαλοι της γραβάτας επιμένουν να τη συνδέουν με τον πάλαι ποτέ «στρατιωτικό» της χαρακτήρα: «στρατιωτάκια» είναι στα μάτια τους οι υπάλληλοι που τις φορούν στα γραφεία. Όσοι τη μισούν, την αφήνουν στην άκρη ακόμη κι όταν ντύνονται με κοστούμι. Άντε να φορέσουν μία στο γάμο τους. Οι πολιτικοί της Αριστεράς την αποφεύγουν ακόμη όπως ο διάβολος το λιβάνι, τριάντα χρόνια μετά τη συμβολική επέλαση του ζιβάγκο. Ο Αλέξης Τσίπρας ακόμη και στο Προεδρικό Μέγαρο εμφανίστηκε χωρίς την παρουσία της γύρω απ’ το κολάρο του. Αλλά ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένας άνθρωπος που κυκλοφορεί με «μπανάνα» στη μέση, για το πορτοφόλι και τα κλειδιά… Προφανώς και δεν ήταν το στυλ του η αιτία για να ανεβούν τα ποσοστά του Συνασπισμού.

Ας μην πιάσουμε, όμως, συζήτηση περί της σχέσης ιδεολογίας και εμφάνισης. Εξ άλλου, στο στρατό και στα σώματα ασφαλείας προτιμούν τις πλεκτές ή τις μάλλινες γραβάτες. Με τις οποίες το παρόν κείμενο δεν έχει σκοπό να ασχοληθεί περαιτέρω, αφού θεωρεί πως μια μάλλινη ή μια πλεκτή (έστω και ως έκτακτη απόκλιση από το καθιερωμένο) είναι ένα πείραμα που χρειάζεται τεράστια τριβή με τη μόδα για να μην αποδειχθεί τραγέλαφος – και πάλι τα αποτελέσματα μάλλον αμφιλεγόμενα θα είναι. (Δεν μιλάμε βέβαια για τις μάλλινες από κασμίρι super 150 και πάνω, που είναι εφάμιλλες και καλύτερες των μεταξωτών, αλλά για τις άλλες, τις χοντροκομμένες που στις ταινίες τις φορούν καθηγητές σε μουντά αγγλικά σχολεία με ένα φθαρμένο κοτλέ σακάκι…) Για να τελειώνουμε μια και καλή με το θέμα αν πρέπει ο άνδρας να φοράει γραβάτα και πότε: η γραβάτα είναι εντελώς άχρηστη. Το πουκάμισο, το σακάκι μάς ντύνουν, τα παπούτσια τα περπατάμε στους δρόμους, το ρολόι μας λέει την ώρα, η γραβάτα δεν κάνει απολύτως τίποτε. Ο μόνος λόγος ύπαρξής της είναι να τονίσει το προσωπικό στυλ του καθενός. Οποιος δεν επιθυμεί να έχει στυλ -και δεν υποχρεώνεται από τον εργοδότη του- δεν είχε εξαρχής κανένα λόγο να διαβάσει ώς αυτήν εδώ την αράδα…

Αν πρέπει με το ζόρι να ανοίξουμε κάποιον διάλογο, ας το κάνουμε μέσα στο πεδίο του αντικειμένου μας. Αντιδίκησα, για παράδειγμα, τις προάλλες με την κορυφαία Ελληνίδα blogger Βίβιαν Ευθυμιοπούλου, που υπογράφει ως «Αθήναιος», στη σελίδα της (www.greekastronomer.gr) για το θέμα της «φουλαροποίησης της γραβάτας» -όπως το έθιξε η ίδια- από τον οίκο Hermès. Η πρώτη γραβάτα Hermès εμφανίστηκε στην αγορά το 1953. Μισό αιώνα μετά, έχουν πουληθεί κάπου δέκα εκατομμύρια… Δύο νέες συλλογές κάθε έτος, με είκοσι σχέδια η καθεμιά, συν τις συνεχείς επανεκδόσεις παλαιότερων μοτίβων. Το κάθε σχέδιο είναι διαθέσιμο σε τουλάχιστον πέντε χρώματα. Μπορείς να το πεις και «φουλαροποίηση», αλλά συνεχίζω να μην καταλαβαίνω γιατί ένας άνδρας δεν πρέπει να έχει το δικαίωμα της πολλαπλής επιλογής στις γραβάτες του, όπως έχουν οι γυναίκες για τόσα και τόσα αξεσουάρ. Μην ξεχνάτε ότι για εμάς είναι το μοναδικό – με δεδομένα, βέβαια, ότι η χρήση της ποσέτ δεν είναι καθημερινή, ότι λίγοι έχουν την οικονομική δυνατότητα να στήσουν ολόκληρη συλλογή καλών ρολογιών και ότι στο χέρι θα κρατήσουμε ένα δερμάτινο χαρτοφύλακα, που συνήθως τον αλλάζουμε όχι συχνότερα από την πενταετία…

Sur mesure

Κι αν η Hermès έχει κατορθώσει να κάνει φετίχ τις γραβάτες της χάρη στην έννοια της «συλλογής» που τους έχει προσδώσει, υπάρχουν κάποιοι άλλοι οίκοι που κατασκευάζουν γραβάτες – φετίχ δημιουργώντας κατά παραγγελίαν κομψοτεχνήματα, τις περίφημες επτάφυλλες, εννιάφυλλες έως και δωδεκάφυλλες. Λάθος μετάφραση στα Ελληνικά είναι, βεβαίως, αυτό το «-φυλλες», αφού δεν μιλάμε για περισσότερα φύλλα υφάσματος, αλλά για διπλώματα. Ένα (μεγαλύτερο από το σύνηθες) κομμάτι μεταξιού διπλώνεται επτά έως και δώδεκα φορές μέχρι να επιτευχθεί το πολυπόθητο σχήμα και στη συνέχεια ράβεται στο χέρι. Ο πιο γνωστός οίκος είναι ο Marinella της Νάπολης, εκεί όπου παρήγγελλε κάθε χρόνο τις μαύρες του γραβάτες ο Ωνάσης, με έξτρα μήκος για να κρύβει τον κόμπο κάνοντας μία ακόμη «βόλτα» γύρω από το λαιμό του. Γενικά η «ναπολιτάνικη» παράδοση στη γραβάτα είναι τόσο μεγάλη, που οι γείτονες έχουν κάθε δικαίωμα να ξινίζουν όταν οι Κροάτες που επιμένουν να θεωρούν τους εαυτούς τους «πατέρες» της… Kiton, DM Ties, Borrelli, Ulturale και αρκετοί ακόμη σημαντικοί γραβατοποιοί εδρεύουν στην πόλη του ιταλικού Νότου. Στην ποιότητα τους ανταγωνίζονται μόνο κάποιοι πιο Βόρειοι συμπατριώτες τους (Stefano Ricci, Brioni, Ermenegildo Zegna κ.ά.) και οι Παριζιάνοι (εκτός από την Hermès, στο Παρίσι εδρεύει και η Charvet).

Ακόμη και οι χειροποίητες γραβάτες -ή «τελειωμένες στο χέρι» ορθότερα- έχουν περαστεί από τη μηχανή. Οι ραφές ανάμεσα στα τρία κομμάτια τους (τα δύο στις άκρες, πιο παχύ αυτό που φαίνεται στο τέλος και πιο λεπτό αυτό που κρύβεται, και το μεσαίο που τυλίγεται γύρω από το κολλάρο) δεν είναι δουλεμένες στο χέρι, αλλά η τελική ραφή που δένει τα δύο διπλώματα μεταξύ τους είναι αυτή που κάνει σχεδόν όλη τη δουλειά και που ρυθμίζει αν μια γραβάτα θα θεωρηθεί χειροποίητη ή όχι. Την υπόλοιπη δουλειά κάνει το ύφασμα που γεμίζει το «φάκελο» και που πολύ σπάνια είναι μετάξι ή κασμίρι. Γι’ αυτό και ο σημαντικότερος κανόνας στην επιλογή μιας γραβάτας δεν είναι να διαβάσετε το υλικό που αναγράφεται στην ούγια, αλλά να την χαϊδέψετε ολόκληρη, να την τσαλακώσετε, να παίξετε με τις ραφές. Αν σας αρέσει αυτό που νιώθετε, τότε έχετε βρει μια γραβάτα που σας ταιριάζει. Μπορεί να κοστίζει 30 ή 50 ευρώ, μπορεί να φθάνει και πολύ πάνω από τα 200, τροποποιημένη με βάση τις δικές σας απαιτήσεις. Όπως και να ’χει, το τίμημα αξίζει. Σκεφθείτε πόσες φορές σάς έχουν πει «ωραίο κοστούμι» και πόσες «ωραία γραβάτα», υπολογίστε πόσα ξοδέψατε για το ένα και πόσα για το άλλο και θα καταλάβετε πόσο σημαντική είναι η επένδυση σε μια συλλογή γραβατών. Χώρια που δεν χρειάζονται και ιδιαίτερη συντήρηση για να μένουν σε καλή κατάσταση πολλά χρόνια.

Πώς κατασκευάζεται μια γραβάτα;

Η γραβάτα συνήθως αποτελείται από τρία κομμάτια. Ένα που ξεκινάει από λεπτή άκρη και καταλήγει σε τριγωνική πολύ φαρδιά (είναι το κομμάτι που φαίνεται όταν τη δέσουμε στο λαιμό μας), ένα που έχει το ίδιο σχήμα σε όλο του το μήκος (το κομμάτι που περνάει μέσα από το κολλάρο του πουκαμίσου) και ένα με μία λεπτή άκρη και μια λίγο φαρδύτερη τριγωνική (το κομμάτι που, αφού δεθεί ο κόμπος, κρύβεται πίσω από το φαρδύ μπροστινό). Τα τρία πατρόν τοποθετούνται προσεκτικά πάνω στο τόπι με το μετάξι και κόβονται προσεκτικά (με το χέρι στις χειροποίητες, από μηχανή στις υπόλοιπες). Στη συνέχεια περνούν από τη ραπτομηχανή τα δύο σημεία όπου τα τρία κομμάτια ενώνονται μεταξύ τους. Ελάχιστοι είναι οι οίκοι που χρησιμοποιούν ράφτες και γι’ αυτό το μέρος της διαδικασίας. Πριν κλείσει ο φάκελος, «γεμίζει» με το εσωτερικό του, συνήθως ένα κομμάτι βαμβακερό ύφασμα. Από επάνω τοποθετείται η φόδρα, συνήθως από το ίδιο τόπι μεταξιού από το οποίο είναι κατασκευασμένο το εξωτερικό. Στις χειροποίητες γραβάτες οι δύο άκρες του φακέλου που αγκαλιάζουν το εσωτερικό και τη φόδρα ράβονται στο χέρι. Στις επτάφυλλες, οκτάφυλλες και δωδεκάφυλλες δεν υπάρχει φόδρα και εσωτερικό, αλλά παραπάνω μετάξι που διπλώνεται περίτεχνα και ράβεται στο χέρι μέχρι να δώσει το τελικό, φίνο αποτέλεσμα.

Πώς δένεται μια γραβάτα (Ι)

Ο απλός (4-in-hand):

Τοποθετούμε τη γραβάτα γύρω από το λαιμό μας, με το μεσαίο κομμάτι να γεμίζει το κολάρο και τη φαρδύτερη πλευρά στο δεξί μας χέρι. Κρατάμε με το αριστερό μας χέρι τη λεπτή πλευρά και με το δεξί τυλίγουμε μία φορά τη φαρδιά πλευρά γύρω της. Περνάμε την άκρη της φαρδιάς πλευράς κάτω από τον μισοσχηματισμένο κόμπο και στη συνέχεια τη σηκώνουμε και την περνάμε μέσα από τη θηλειά -που κρατάμε ανοιχτή με το αριστερό μας χέρι- και την τραβάμε προς τα κάτω. Κρατάμε γερά το λεπτό μέρος της γραβάτας με το αριστερό χέρι και με αργές κινήσεις σφίγγουμε τον κόμπο, σπρώχνοντας προς τα πάνω. Αν δεν είχαμε κουμπωμένο το τελευταίο κουμπί του πουκαμίσου, το κουμπώνουμε πριν ολοκληρώσουμε το σφίξιμο. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας κομψός κόμπος, ιδανικός για τις λεπτές γραβάτες που φέτος είναι ιδιαιτέρως της μόδας (με πλάτος στο πιο φαρδύ τους σημείο τα επτά ή τα έξι εκατοστά). Οχι ότι το δέσιμο αυτό δεν μπορεί να βγάλει κι ένα πιο φαρδύ κόμπο. Επιλέγουμε μια γραβάτα με πιο παχύ ύφασμα και πλάτος εννιά με εννιάμισι εκατοστά και παίρνουμε έναν εξίσου κομψό, αλλά αρκετά γεμάτο κόμπο.

Πως δένεται μια γραβάτα (ΙΙ)

Ο διπλός (Windsor)

Τοποθετούμε τη γραβάτα γύρω από το λαιμό μας, με το μεσαίο κομμάτι να γεμίζει το κολάρο και τη φαρδύτερη πλευρά στο δεξί μας χέρι. Αφήνουμε τη δεξιά πλευρά να κρέμεται πιο χαμηλά απ’ ό,τι κάνουμε στον απλό. Τυλίγουμε μία φορά με τη φαρδιά πλευρά τη λεπτή. Με το δάχτυλο του αριστερού χεριού σταθεροποιούμε το σημείο επαφής. Η φαρδιά πλευρά κρέμεται πια ανάποδα στη δεξιά πλευρά. Την ξαναπερνάμε μία φορά πάνω στον μισοσχηματισμένο κόμπο και όταν φθάσει στο πίσω μέρος του, την σπρώχνουμε με τον αριστερό αντίχειρα μέσα στη θηλειά που έχει σχηματιστεί γύρω από το λαιμό μας και πάνω από τον κόμπο. Ρίχνουμε τη φαρδιά πλευρά μπροστά και τακτοποιούμε τον κόμπο που έχει σχηματισθεί ώς τώρα. Ανασηκώνουμε την άκρη της και την σπρώχνουμε μέσα στη θηλειά του κόμπου. Τραβάμε με αργές κινήσεις τη φαρδιά άκρη προς τα κάτω και με το αριστερό χέρι τραβάμε τη λεπτή πλευρά. Ο κόμπος είναι φαρδύς και γεμάτος, ιδανικός για πουκάμισα με φαρδύτερους γιακάδες.

Πως δένεται μια γραβάτα (ΙΙΙ)

Ο ημίδιπλος (Half-Windsor):

Ξεκινάμε όπως με τον Windsor, μόνο που δεν ολοκληρώνουμε πλήρες τύλιγμα γύρω από τη λεπτή πλευρά της γραβάτας. Περνάμε τη φαρδιά άκρη μέσα από τη θηλειά γύρω από το λαιμό μας και από ’κει και πέρα ακολουθούμε όλα τα στάδια του Windsor. Σε κάθε ένα από αυτά, όμως, ειδικά αν θέλουμε ο κόμπος να βγει λεπτός, σταματάμε και διορθώνουμε με απαλές κινήσεις. Το τελικό αποτέλεσμα είναι απόλυτα συμμετρικό και το φάρδος του κόμπου εξαρτάται από το ύφασμα της γραβάτας.

Τι δηλώνουν οι γραβάτες που φοράμε;

Σχεδόν τα πάντα για τη διάθεσή μας και πάρα πολλά για το χαρακτήρα μας. Αναλόγως του τι σχέδιο επιλέγουμε και σε ποια περίσταση, βεβαίως. Οι κλασικές επιλογές (παπιγιόν με σμόκιν, μαύρη γραβάτα σε μια κηδεία, μονόχρωμη σε μια βραδινή έξοδο, ριγέ στο γραφείο) δηλώνουν ένα χαρακτήρα με αρχές και χωρίς πολλή διάθεση για παιχνίδια. Τα περίεργα σχέδια μπορούν να δηλώσουν από κακογουστιά (ειδικά αν φοράτε ακόμη εκείνες με τα λαχούρια των αρχών της δεκαετίας του ’90), μέχρι χιούμορ (στη δουλειά με τυπωμένους Μίκι Μάους; Γιατί όχι;) και εξαιρετική αίσθηση του στυλ (δείτε, για παράδειγμα, τα μοτίβα με τις κεφαλές αλόγων της Hermès και θα καταλάβετε). Το μέγεθος επίσης είναι εξαιρετικά σημαντικό. Οι fashionistas δεν μπορούν να πουν όχι στη λεπτή (μήκος έξι εκατοστά μόλις) μαύρη γραβάτα που φοριέται τόσο πολύ φέτος. Και βγάζουν σπυράκια με τις φαρδιές εκείνες γραβάτες των late ’70s που έφταναν τα δεκαπέντε εκατοστά. Ελπίζω όσες έχουν μείνει στην ντουλάπα σας να τις κρατάτε μόνον ως συλλεκτικά αντικείμενα… Τέλος, το μήκος της γραβάτας δεν πρέπει να δείχνει ούτε ψηλά (στον αφαλό) ούτε χαμηλά (στα αχαμνά). Η άκρη της πρέπει να ανοίγει διάλογο με την αγκράφα της ζώνης και να μένει εκεί!

Πότε φοράμε παπιγιόν;

Οποτε θέλουμε! Αλλά πλέον ελάχιστοι το επιλέγουν με κοστούμι ή σακάκι και περιορίζονται στην κλασική του χρήση: με σμόκιν σε εμφάνιση «black tie». Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι να ξέρουμε πώς δένεται ο φιόγκος του παπιγιόν:

Ζυγίζουμε απόλυτα τις δύο άκρες του και τοποθετούμε τη δεξιά πάνω στην αριστερή ώστε να διασταυρώνονται στο πιο λεπτό σημείο του. Περνάμε την άκρη που βρίσκεται τώρα στα αριστερά μέσα από τη θηλειά , πιάνουμε με τα δύο μας χέρια την άλλη άκρη και την κρατάμε οριζόντια μπροστά στο στήθος μας. Περνάμε την αριστερή άκρη κάθετα πάνω από τη δεξιά και την τοποθετούμε οριζόντια μέσα στη θηλειά που έχει σχηματισθεί στο πίσω μέρος του κόμπου. Κρατάμε με το ένα χέρι γερά και τραβάμε σιγά σιγά με το άλλο, μέχρι να τελειοποιηθεί ο κόμπος. Κάνουμε διορθωτικές κινήσεις μέχρι το εμπρός και το πίσω μέρος να έχουν το ίδιο μέγεθος.